Ιστορικά στοιχεία

Έλευση και εγκατάσταση Ποντίων και Καυκάσιων προσφύγων στην Βεργίνα

Αξιολόγηση Χρήστη: 3 / 5

Αστέρια ΕνεργάΑστέρια ΕνεργάΑστέρια ΕνεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια Ανενεργά
 

1922-1928

Μετά την κατάκτηση της Τραπεζούντας από τους Οθωμανούς το 1461 αρχίζει η καταπίεση και ο κατατρεγμός των χριστιανικών πληθυσμών του Πόντου. Οι Έλληνες για να σωθούν πήραν τον δρόμο της προσφυγιάς . Άλλοι μετοίκησαν στα παράλια της μεσημβρινής και νότιας Ρωσίας, άλλοι στις παραδουνάβιες περιοχές χτίζοντας καινούριες ελληνικές πόλεις, οι οποίες αργότερα θα δεχθούν στοργικά κάθε καταδιωγμένο Έλληνα. Άλλοι πάλι πήγαν σε διάφορα νησιά του Αιγαίου και άλλοι στην Κωνσταντινούπολη κοντά στις ελληνικές παροικίες. Οι περισσότεροι όμως πήραν το δρόμο που οδηγούσε στα απάτητα βουνά του Πόντου. Εκεί έχτισαν καινούρια χωριά και πόλεις δημιουργώντας έναν αδούλωτο ελληνικό πολιτισμό. Πολλοί από εκείνους που έμειναν στα μέρη τους αναγκάστηκαν κάτω από αφόρητες πιέσεις των Οθωμανών να αλλαξοπιστήσουν για να σώσουν τις ζωές τους και τις περιουσίες τους. Αυτό συνεχίστηκε και στους κατοπινούς αιώνες με πολλά θύματα. Χιλιάδες χριστιανοί από τον Πόντο κατέφυγαν στον Καύκασο, στην Ρωσία, την Περσία και σε άλλα μέρη για να γλιτώσουν την ζωή τους.

Με την έναρξη του πρώτου παγκοσμίου πολέμου αρχίζει η σταδιακή και συστηματική εξόντωση των χριστιανικών πληθυσμών από τους Νεότουρκους του Μουσταφά Κεμάλ. Οι Έλληνες σφάζονται, ατιμάζονται, οι άνδρες ηλικίας από 15 έως 45 ετών στέλνονται στα Τάγματα Εργασίας (Αμελέ Ταμπουρού) προκειμένου να προσφέρουν καταναγκαστικά έργα σε άθλιες συνθήκες διαβίωσης. Από αυτούς θα γυρίσουν πίσω ελάχιστοι, όσοι μένουν πίσω εκτοπίζονται στα ενδότερα του Τουρκικού κράτους στις λεγόμενες «πορείες θανάτου». Κατά την περίοδο 1914-1923 σύμφωνα με τη σημαντική μελέτη των Αλέξη Αλεξανδρή και Πασχάλη Κιτρομελίδη τα θύματα της ελληνικής πλευράς σε όλη τη μικρασιατική χερσόν

ησο και στην Ανατολική Θράκη ανέρχονται σε τουλάχιστον 800.000 άτομα. Η Μικρασιατική καταστροφή του 1922 και η τελική ήττα του ελληνικού στρατού οδήγησε στην κυριαρχία των Τούρκων στην περιοχή.
Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να υπογραφεί στις 30 Ιανουαρίου του 1923 στην Λωζάνη της Ελβετίας η αναγκαστική ανταλλαγή πληθυσμών Ελλάδος- Τουρκίας. Η συνθήκη προέβλεπε την ανταλλαγή 2 εκατομμυρίων ατόμων, 1,5 εκατομμυρίου Ελλήνων της Ανατολίας και 500.000 Μουσουλμάνων της Ελλάδας.

Το πρώτο κύμα Ποντίων προσφύγων στην Ελλάδα θα έρθει το 1919-1920 από τα παράλια του Καυκάσου, το Βατούμ και το Σοχούμ. Επρόκειτο για τους Πόντιους που ακολούθησαν το ρωσικό στρατό κατά την αποχώρησή του από τον Πόντο και το Καρς, καθώς και για Πόντιους της νότιας Ρωσίας κατατρεγμένους από τον εμφύλιο που είχε ξεσπάσει μετά την Οκτωβριανή επανάσταση. Ακολούθησε το δεύτερο μεγάλο κύμα το 1922 από τον Πόντο, τα παράλια της Μ. Ασίας και την Ανατολική Θράκη.

Ο ξεριζωμός συνεχίστηκε με αμείωτο ρυθμό μέχρι το 1924 οπότε έφυγαν και οι τελευταίοι Έλληνες Πόντιοι με την συμφωνία ανταλλαγής πληθυσμών. Οι πρόσφυγες από τον Πόντο μεταφέρονταν με τουρκικά βαπόρια, υπό την επίβλεψη των συμμαχικών δυνάμεων στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί τους τοποθέτησαν στους στρατώνες του Σελιμιέ για να τους περιθάλψει ο Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός. Η κατάσταση στους στρατώνες όπου έφταναν οι ταλαιπωρημένοι πρόσφυγες ήταν τραγική, καθώς στοιβάζονταν κατά χιλιάδες σε άθλιες συνθήκες υγιεινής, χωρίς νερό και με τον τύφο να τους θερίζει. Από την Κων/πολη τους έπαιρναν τα Ελληνικά καράβια για να τους μεταφέρουν στα Λοιμοκαθαρτήρια ή Απολυμαντήρια και στην συνέχεια τους κρατούσαν για ένα χρονικό διάστημα καραντίνα υπό τον φόβο εξάπλωσης ασθενειών. Τα μέρη αυτά ήταν η Μακρόνησος, το νησάκι του Αϊ-Γιώργη κοντά στην Σαλαμίνα και τα απολυμαντήρια της Καλαμαριάς. Και εδώ οι συνθήκες υγιεινής ήταν άθλιες και οι αρρώστιες θέριζαν τους ήδη εξαθλιωμένους πρόσφυγες. Δυο στροφές από ένα τραγούδι θρήνος του Καρς μας περιγράφουν την κατάσταση που επικρατούσε εκεί:

«Και τσολ κι έρημον Καραμπουρούν και τριγύλ-τριγύλ ταφεία
και ν' ανοίξτε και τερέστιατα, όλια Καρσί παιδία.
Και σαράντα μέρες πρόσφυγοι εκεί είχαν καραντίνα
τα λείψανα ασό παπόρ' ση θάλασσαν εσύρναν».

Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να σας διαβάσω τέσσερις μαρτυρίες Ποντίων προσφύγων από το χωριό οι οποίοι μας περιγράφουν την άφιξή τους και την εγκατάστασή τους στους προσφυγικούς καταυλισμούς του Αγίου Γεωργίου της Καλαμαριάς και του Χαρμάνκιοϊ.

Θα αρχίσω με τα απομνημονεύματα του Σανταίου Ιεροκλή Γωνιάδη με τίτλο «Αναμνήσεις στο πέρασμα της πολυτάραχης ζωής μου», Αθήνα 1978 : « Με πολύ καλό καιρό και ηλιόλουστο στις πρωινές ώρες της εικοστής πέμπτης Μαρτίου του 1924 φτάσαμε στην Θεσσαλονίκη και το πλοίο σταμάτησε κοντά στον Λευκό Πύργο. Εκεί παρέμεινε αρκετές ώρες. Επισκέφτηκαν το πλοίο στρατιώτες της Δημοκρατικής φρουράς για τους γνωστούς τους. Μεταξύ αυτών ήτο και ο Ματθαίος Ιακωβίδης με τον αδερφό του Ιωάννη που υπηρετούσαν εκείνο τον καιρό στα τάγματα της Δημοκρατικής φρουράς. Ήσαν πατριώτες μας από το ίδιο χωριό της Σαντάς. Το απόγευμα το πλοίο έπλευσε για το μικρό Καραμπουρνάκι. Η παραλία του εκείνο τον καιρό ήτο έρημη. Μόνον τρεις σανιδένιες παράγκες ευρίσκοντο εκεί δίπλα στην ακρογιαλιά, που απολύμαναν και κούρευαν εκεί τον κόσμο που ερχόταν με τα πλοία. Στο ύψωμα που σήμερα είναι κτισμένο το περιττό μπορώ να πω παλάτι των βασιλιάδων υπήρχαν παράγκες σανιδένιες που θα μας έβαζαν μέσα. Αποβιβαστήκαμε όλοι εκεί, έγινε η απολύμανση και μας έφεραν στο ύψωμα που υπήρχαν και άλλοι θάλαμοι».

Μία δεύτερη αναφορά υπάρχει στο ημερολόγιο της Όλγας Εφραιμίδου –Λαζαρίδου: « Εγράφη εις την καραντίνα, όταν είμεθα. 1 Απριλίου. Ανεχωρήσαμεν από το Βατούμ Μαρτίου 21 η ώρα 12 το βράδυ. Εφτάσαμεν εις τον Αϊ-Γεώργη Τετάρτη 27 η ώρα 11 το πρωί η ξενειτεύουσα Ολγα Δ. Λαζαρίδου εν Αϊ-Γεώργη 1η Απριλίου 1924» και στην άλλη σελίδα συνεχίζει: «Από τον Αϊ- Γιώργη εφύγαμε την Μ. Πέμπτη και φτάσαμε στην Θεσσαλονίκη το Μ.Σάββατο. Από την Θεσσαλονίκη εφύγαμε την Κυριακή 18 Μαϊου και την Τετάρτη του Αγίου Κωνσταντίνου ήμασταν στα Παλατίτσια».

Η τρίτη αναφορά είναι από την Ανθούλα Παυλίδου με καταγωγή από το Λερί Αργυρουπόλεως, η οποία πέθανε πριν λίγες ημέρες σε ηλικία 101 χρονών. Σε μία συνέντευξη της το 2012 μας λέει: «Εν τω μεταξύ είχε ξεσπάσει ο πόλεμος μεταξύ της Ελλάδας και Τουρκίας και ξαφνικά έμαθα από τον θείο μου ότι έπρεπε να φύγουμε για την Ελλάδα όπου αργότερα θα έρχονταν να μας συναντήσει και ο πατέρας μου. Έτσι το 1922 αναχωρήσαμε για την Ελλάδα όπου πρώτος μας σταθμός ήταν το λιμάνι της Θεσσαλονίκης και μετέπειτα ο προσφυγικός καταυλισμός του Χαρμάνκιοϊ. Δύσκολη η ζωή μέσα στα τσαντίρια και ευτυχώς δεν μείναμε για πολύ καιρό. Οι συνθήκες διαμονής ήταν τρισάθλιες ιδίως για εμάς τα μικρά παιδιά. Θυμάμαι περνούσα κάτω από τα σύρματα που ήταν γύρω-γύρω από τον καταυλισμό και πήγαινα σε μία βρύση και μετέφερα νερό μέσα σε τενεκεδάκια στα τσαντίρια μας. Κάθε χωριό από όλα τα μέρη της Μικράς Ασίας και του Πόντου, όριζε ένα επικεφαλή, κάτι σαν πρόεδρο, ο οποίος με μια μικρή ομάδα αποφάσιζε για τον οριστικό τόπο της μετεγκατάστασής τους. Ο δικός μας επικεφαλής ήταν ο θείος μου ο Τριανταφυλλίδης Τριαντάφυλλος, που σπούδασε στο Φροντιστήριο της Τραπεζούντας και ο οποίος μας οδήγησε στο χωριό Μπάρμπες Κούτλες της Ημαθίας την σημερινή Βεργίνα. Εκεί ήρθε και μας βρήκε ο πατέρας μου το 1928».

Η τέταρτη και τελευταία αναφορά είναι αυτή του Κοσμά Κωστικίδη ή αλλιώς όπως τον ήξεραν οι κάτοικοι του χωριού, Σαρχός . Αυτός σε γράμμα του το οποίο στέλνει στην αδερφή του το 1966 στην Άσκοβα του Βατούμ γράφει: «Ήρθαμε το 1919 με 1920 και αφού υποφέραμε πάρα πολύ 22 μέρες απάνω στη θάλασσα βγήκαμε στην Θεσσαλονίκη, από 6 χιλιάδες που εσέβαμε από το Βατούμ τα 2 εξέβαν σιν Θεσσαλονίκη και εκεί από τα 2 χιλιάδες έμειναν 500. Το μόνο που εγρίξαμε εγώ και η Όλγα έτονε το εξείς , ένας γιατρός έτον μετ' εμάς Σαντέτες και εγνώριμος εκείνος κρυφά εφιγαδία΄σε μας ,αλλιώς εμείς πα θα αποθάναμε, ο γιατρός έτονε ο Γιάννης Συτμαλίδης» .

Ο συνολικός αριθμός των Ποντίων και Καυκασίων προσφύγων που ήρθαν στην Ελλάδα υπολογίζεται σε 407.000 άτομα, 346.000 ήρθαν από τον Πόντο και 61.000 από τον Καύκασο. Ύστερα από 27 αιώνες ένας λαός ξεριζώθηκε από τις πατρογονικές του εστίες για να έρθει στην μητέρα Ελλάδα, αφήνοντας πίσω του τα σπίτια, τις Εκκλησίες, τους τάφους των προγόνων του και τις περιουσίες τους. Οι ξεριζωμένοι Έλληνες του Πόντου παρά τις κακουχίες και τις τεράστιες δυσκολίες που αντιμετώπισαν κατάφεραν να ξανασταθούν στα πόδια τους δημιουργώντας ξανά από την αρχή την ζωή τους στον καινούριο τόπο εγκατάστασής τους. Κατά την απογραφή του 1928 στην Μακεδονία θα απογραφούν 638.000 πρόσφυγες.

Στην επαρχία της Βέροιας σε 71 συνοικισμούς θα εγκατασταθούν 4.706 οικογένειες προσφύγων, 17.649 άτομα.

- Μπάρμπες Κούτλες, δυο μικροί οικισμοί 12 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά της πόλης της Βέροιας, εκεί ζούσαν σαράντα οικογένειες γηγενών οι οποίοι δούλευαν στο τσιφλίκι των αδερφών Παπαγεωργίου. Πιο συγκεκριμένα ο αριθμός των γηγενών πριν την έλευση των προσφύγων αποτυπώνεται στην απογραφή του πληθυσμού τον Δεκέμβριο του 1920. Εκεί έχουμε (Μπάρμπες 58 Άρρεν και 54 Θήλυ)= 112 κάτοικοι - (Κούτλες 52 Άρρεν και 58 Θήλυ)= 110 κάτοικοι, σύνολο 222 κάτοικοι.

Οι πρώτοι πρόσφυγες οι οποίοι εγκαταστάθηκαν εκεί το 1922 ήταν 30 οικογένειες προερχόμενες από τον Καύκασο και συγκεκριμένα από τα χωριά Παντζαρότ και Καισάρ. Αυτοί θα ξεκινήσουν με τα κάρα τους από το Καρς και θα φτάσουν στο Βατούμ. Εκεί θα περιμένουν τα ελληνικά καράβια τα οποία θα τους μεταφέρουν στην Θεσσαλονίκη. Στην Θεσσαλονίκη θα κάτσουν ένα χρονικό διάστημα στους προσφυγικούς καταυλισμούς μέχρι να πάνε για οριστική εγκατάσταση στην Βεργίνα. Εκεί τους έφερε και τους εγκατέστησε ο προύχοντας και αρχηγός τους Χαράλαμπος Πυλωρίδης ή όπως τον αποκαλούσαν Πυλώροφ. Σε απογραφή Προσφυγικού Πληθυσμού που διενεργήθηκε τον Απρίλιο του 1923 (με καταγωγή από τον Καύκασο) έχουμε (Μπάρμπες 5 Άρρεν και 5 Θήλυ)= 10 κάτοικοι - (Κούτλες 60 Άρρεν και 58 Θήλυ)= 118 κάτοικοι, σύνολο 128 κάτοικοι. Αργότερα δέκα περίπου οικογένειες από αυτούς θα εγκατασταθούν τρία χιλιόμετρα δυτικά από τους δυο μικρούς οικισμούς στην θέση Μετόχι.

Οι Καυκάσιοι κάτοικοι έχτισαν πρόχειρα πέτρινα μικρά σπίτια χωρίς να τους βοηθήσει το κράτος μια που η επιτροπή αποκατάστασης προσφύγων (Ε.Α.Π) δεν είχε ακόμα συσταθεί. Μερικά χρόνια αργότερα θα χτίσουν μεγαλύτερα και πιο ευρύχωρα σπίτια. Η ενασχόληση τους είχε να κάνει με την γεωργία, την κτηνοτροφία και το εμπόριο.

Τον Μάιο του 1924 και σταδιακά μέχρι και το 1928-29 στην Βεργίνα (Μπάρμπες-Κούτλες) θα έρθει η δεύτερη και μεγαλύτερη ομάδα προσφύγων από τον Πόντο και την Ρωσία. Αυτοί υπολογίζονται σε 101 οικογένειες 322 άτομα. Συγκεκριμένα 217 άτομα από την Σαντά του Πόντου και 105 περίπου άτομα από άλλες πόλεις και χωριά του Πόντου και της Ρωσίας. Τα μέρη καταγωγής αυτών των προσφύγων ήταν: η Σάντα, το Λερί ή Λερία, η Δίρχα, η Άτρα, τα Σούρμενα, η Σαμψούντα, η Χουτουρά, Πολίτα, τα Αμπέλια, η Γεμουρά, η Όλασα, η Κρώμνη και η Κωνσταντινούπολη. Το πρώτο πράγμα που έκαναν ήταν φυσικά να χτίσουν τα σπίτια τους, έτσι άρχισαν να κατασκευάζουν πλιθιά (τα οποία ήταν από χώμα, άχυρα και μικρές πέτρες), να μεταφέρουν μεγάλες πέτρες από ένα κοντινό ρέμα και πωρόλιθους για τις γωνίες των σπιτιών από το αρχαίο ανάκτορο χωρίς να ξέρουν την αρχαιολογική τους αξία. Η επιτροπή αποκατάστασης προσφύγων (Ε.Α.Π) έδινε σε κάθε οικογένεια ξυλεία, κεραμίδια, πόρτες, παράθυρα και δυο χιλιάδες δραχμές για το χτίσιμο, ακόμα έδιναν ανά οικογένεια ένα βόδι και ανά δυο οικογένειες μια βοϊδάμαξα, ένα άροτρο και γεωργικά εργαλεία. Τα οικόπεδα τα χάραζε ένας υπάλληλος της Ε.Α.Π., δυο στρέμματα το κάθε ένα. Η πρώτη αποστολή αυτών των υλικών έγινε τον Ιούλιο-Αύγουστο του 1924. Τα φόρτωσαν σε κάρα που περίμεναν στην Κουλούρα και τα μετέφεραν στο χωριό, όπου η κάθε μια οικογένεια άρχισε να χτίζει το σπίτι της εγκαίρως προτού έρθει ο χειμώνας. Τουλάχιστον οι περισσότερες, γιατί αρκετές οικογένειες θα μείνουν σε πρόχειρα καταλύματα μέχρι και τον επόμενο χρόνο μια που υπήρξαν καθυστερήσεις στην παράδοση υλικών από την Α.Ε.Π . Μετά την εγκατάστασή τους οι Πόντιοι από τα πρώτα πράγματα που έκαναν ήταν να δημιουργήσουν έναν σύλλογο για να μπορέσουν να οργανώσουν καλύτερα την ζωή τους στον καινούριο τόπο εγκατάστασής τους. Πρώτος πρόεδρος του συλλόγου ήταν για ένα μικρό διάστημα δυο μηνών ο Ιωάννης Πιστοφίδης, κατόπιν ανέλαβε ο Τριαντάφυλλος Τριανταφυλλίδης με συμβούλους του τους Αναστάσιο Εφραιμίδη και Χριστόφορο Ιωσηφίδη. Ανάμεσα στους Πόντιους που ήρθαν υπήρχαν και τρεις δάσκαλοι, οι οποίοι ήταν τελειόφοιτοι του περίφημου φροντιστηρίου Τραπεζούντας και είχαν διδάξει σε σχολεία στον Πόντο και στον Καύκασο. Αυτοί ήταν ο Τριαντάφυλλος Τριανταφυλλίδης, Χριστόφορος Ιωσηφίδης και Κωνσταντίνος Αηδονίδης του Μωυσή. Οι δυο πρώτοι πήραν την πρωτοβουλία να διδάξουν τα παιδιά του χωριού. Μια που δεν υπήρχε σχολείο στο χωριό αναγκάστηκαν για την πρώτη σχολική χρονιά (Σεπτέμβριος 1924 ) να κάνουν μάθημα στον νάρθηκα της εκκλησίας της Αγ.Παρασκευής του χωριού Μπάρμπες. Παράλληλα με τα σχολικά τους καθήκοντα οι δάσκαλοι Ιωσηφίδης και Τριανταφυλλίδης δίδασκαν αφιλοκερδώς σε ενήλικες αναλφάβητους του χωριού. Στις αρχές του 1925 γίνεται μια πιο σοβαρή προσπάθεια να δημιουργηθεί ένας πιο οργανωμένος σύλλογος, αυτό θα γίνει στις 27/3/1925 όταν θα ιδρυθεί ο Αναμορφωτικός Σύλλογος «ΕΛΠΙΣ». Τα ιδρυτικά μέλη κατά αλφαβητική σειρά ήταν τα εξής : Αηδονίδης Κωνσταντίνος - Εφραιμίδης Αναστάσιος - Ιωσηφίδης Χριστόφορος -Κοραϊδης Αβραάμ - Λαζαρίδης Κωνσταντίνος - Παυλίδης Παγκράτης - Παυλίδης Φίλιππος - Τριανταφυλλίδης Τριαντάφυλλος - Σαπλαχίδης Τιμολέων και Σπυριδόπουλος Ιωάννης. Ο σκοπός της ίδρυσης του συλλόγου ήταν, όπως αναφέρει και το όνομά του, να αναμορφώσουν το χωριό από κάθε άποψη. Το μεγαλύτερο επίτευγμά του συλλόγου ήταν η ανέγερση του σχολείου. Για αυτό το σκοπό δημιούργησαν μια ομάδα από ερασιτέχνες ηθοποιούς που έδιναν παραστάσεις στα γύρω χωριά, τα έσοδα των οποίων μαζί με εράνους του συλλόγου στο χωριό πήγαιναν για την ανέγερση του σχολείου, το οποίο αποπερατώθηκε με την εθελοντική συμμετοχή των κατοίκων προσφύγων και εντόπιων το 1926. Άλλες ενέργειες του συλλόγου ήταν η δημιουργία δανειστικής βιβλιοθήκης για την πνευματική ανάπτυξη των κατοίκων, να κάνουν διάφορες αγαθοεργίες, να μαζεύουν χρήματα για να ενισχύσουν τους δυο ιερούς ναούς. Ακόμα διοργάνωναν χοροεσπερίδες και έδιναν θεατρικές παραστάσεις για την ψυχαγωγία των χωρικών, επισκεύασαν τους δρόμους του χωριού για να μπορούν να κινούνται με περισσότερη ευκολία, έκαναν σεμινάρια ραπτομηχανών Singer στις νέες του χωριού που το επιθυμούσαν και άλλες πολλές ενέργειες, οι οποίες λειτούργησαν προς όφελος όλων των κατοίκων του χωριού.

Οι πρόσφυγες παρά τα όσα είχαν περάσει και τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν, την φτώχεια και την αβεβαιότητα για το μέλλον δεν το έβαζαν κάτω, παραμέριζαν τα προβλήματά τους και διασκέδαζαν με την λύρα, το κλαρίνο και το αγγείο σε διάφορες κοινωνικές εκδηλώσεις σε γάμους, πανηγύρια, γιορτές ή όποτε τους δινόταν η ευκαιρία.

Το 1925 γίνονται οι πρώτες απαλλοτριώσεις χωραφιών και οι πρόσφυγες αρχίζουν να δουλεύουν τα δικά τους χωράφια. Σε αυτά καλλιεργούσαν σιτάρι, σίκαλη, καλαμπόκι, σησάμι και ρόβι για τα ζώα τους. Πολύ αργότερα άρχισαν να καλλιεργούν καπνό, οπωροφόρα δέντρα και αμπέλια. Το 1930 περίπου ιδρύεται στο χωριό ο "Όμιλος προοδευτικών γεωργών Βεργίνης" πρόεδρος του οποίου ήταν ο Αηδονίδης Κωνσταντίνος του Μωυσή μέχρι την διάλυσή του τον Φεβρουάριο του 1939. Μεταπολεμικά θα δημιουργηθεί καινούργιος αγροτικός συνεταιρισμός στο χωριό. Το 1932 γίνεται η οριστική διανομή των χωραφιών στους κληρούχους γηγενείς και πρόσφυγες. Ο γεωργικός κλήρος ανερχόταν σε κάθε οικογένεια από τριάντα τρία στρέμματα γης.

Οι πρόσφυγες σιγά σιγά θα αρχίσουν να ορθοποδούν και να προοδεύουν. Στο χωριό ανοίγουν τα πρώτα καταστήματα. Ο πρώτος που άνοιξε καφέ παντοπωλείο στο χωριό ήταν ο Αβραάμ Κωραϊδης και λίγο μετά ο Φίλιππος Παυλίδης, ο οποίος όμως το έκλεισε νωρίς. Αργότερα άνοιξαν καφέ-παντοπωλεία ο Κωνσταντίνος Τριανταφυλλίδης, Χρήστος Χαραλαμπίδης, Χαράλαμπος Χριστοδουλίδης, Γεώργιος Γουλτίδης και Κοσμάς Ακριβόπουλος. Οι νέοι μετά την πρωτοβάθμια εκπαίδευση που λάμβαναν στο χωριό πήγαιναν στην Βέροια για να συνεχίσουν τις σπουδές τους. Αρκετοί από αυτούς θα σπουδάσουν και στο πανεπιστήμιο για να γίνουν λαμπροί επιστήμονες, χρήσιμοι στην κοινωνία και προπαντός για τον τόπο τους. Μάλιστα οι νέοι του χωριού θα φτάσουν σε σημείο να ιδρύσουν έναν σύνδεσμο νεολαίας με την επωνυμία “Ορφέας”.

Περνώντας τα χρόνια οι πρόσφυγες με την προοδευτικότητα, την εργατικότητα, την έφεση στις επιστήμες και τον πολιτισμό μπόλιασαν με τους γηγενείς και συνέβαλαν τα μέγιστα για να πάει μπροστά αυτός ο τόπος. Στην Βεργίνα από πολύ νωρίς άρχισαν οι μικτοί γάμοι και η συναναστροφή των κατοίκων μεταξύ τους πολύ πιο πριν από άλλα χωριά.

Οι πρόσφυγες ερχόμενοι στην Ελλάδα κουβαλούσαν μαζί τους τα ήθη, τα έθιμα, τις παραδόσεις τους και το αρχαιοπρεπές γλωσσικό τους ιδίωμα. Αυτά τα διατήρησαν και τα μεταλαμπάδευσαν από γενιά σε γενιά. Εμείς οφείλουμε να τα διατηρήσουμε και να τα μεταφέρουμε στα παιδιά μας.

Kάθε ένας από εμάς έχει κάποιον συγγενή του, ο οποίος έχασε άδικα την ζωή του κατά την διάρκεια της Ποντιακής γενοκτονίας από τους Τούρκους. Σήμερα ύστερα από 95 χρόνια διεκδικούμε την αναγνώριση της ποντιακής γενοκτονίας από την διεθνή κοινότητα και αποτίνουμε φόρο τιμής στους χιλιάδες νεκρούς μας.

Βεργίνα 14-5-2017
ΑΗΔΟΝΙΔΗΣ Ι. ΧΡΗΣΤΟΣ

 

©2019 Πολιτιστικός Σύλλογος Βεργίνας. Με επιφύλαξη κάθε νόμιμου δικαιώματος. Κατασκευή ιστοσελίδας Τριανταφυλλίδης Χριστόφορος

Search